Χίλια καλωσορίσατε φίλοι μου αγαπημένοι. Λέγομαι Μαρίνα Ζαχαρία, είμαι νηπιαγωγός και με χαρά σας υποδέχομαι στο διαδικτυακό μου φτωχικό.
Το Ιστολόγιό μου απευθύνεται σε νηπιαγωγούς, εκπαιδευτικούς, γονείς, αλλά και όσους αισθάνονται ακόμη παιδιά και προτείνει ιδέες και εκπαιδευτικές δράσεις. Oι δημοσιεύσεις μας αποτελούν πρωτογενές υλικό, το οποίο έχουμε εφαρμόσει στις τάξεις του νηπιαγωγείου.
Το Περί...Νηπιαγωγών αισίως διανύει τον 7ο του χρόνο στο διαδίκτυο. Όταν ξεκινήσαμε το 2010, τα ιστολόγια για νηπιαγωγούς ήταν μετρημένα στα δάχτυλα. Τώρα απλά ελπίζουμε να αποτελούμε κι εμείς ένα φωτεινό αστέρι στο διαδικτυακό μικρόκοσμο.

Αν έχετε υλικό προς δημοσίευση στείλτε μου e-mail nipiagogoi@gmail.com

ΚΑΛΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ ! ! !

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Hμέρα αποταμίευσης: ΕΠΟΠΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Κέθε χρόνο την ημέρα της αποταμίευσης τα νηπιαγωγεία γεμίζουν με γουρουνάκια κουμπαράδες και με σακούλια με φασόλια. Ευκαιρία είναι να ασχοληθούμε με κάτι διαφορετικό. Διάφορες τράπεζες έχουν σχεδιάσει προγράμματα για παιδιά που αφορούν στην αποταμίευση. Μερικές από αυτές τις προτάσεις είναι ιδιαίτερα αξιόλογες.

Ένα πολύ όμορφο παραμύθι γα την αποταμίευση είναι αυτό που ακολουθεί



Επίσης πολλές δραστηριότητες μπορούν να γίνουν με το "Αν κάθε μέρα"


...αν κάθε μέρα μαζεύω ένα ποτήρι νερό, σε μερικά χρόνια θα έχω μια θάλασσα δικά μου...


Μπορούμε να εικονογραφήσουμε την ιστορία, και να τη συνεχίσουμε με δικές μας υποθέσεις...
Επίσης μπορούμε να βρούμε υλικό online  και παιχνίδια πατώντας στην παρακάτω εικόνα.
http://www.eurobank.gr/online/HOME/AnKatheMera/
Τέλος, μερικές ιδέες που ψάρεψα από το ίντερνετ είναι οι ακόλουθες:






Αυτά αγαπητοί μου φίλοι και...
Keep Sharing!!!


31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ (παλιές ιδέες)

ΦΑΣΟΥΛΙ ΤΟ ΦΑΣΟΥΛΙ ΓΕΜΙΖΕΙ ΤΟ ΣΑΚΟΥΛΙ


Δίνουμε στα παιδιά κομμένες τις λέξεις της παροιμίας και καλούνται να τη σχηματίσουν.



Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ - 28H ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Πόσες εικόνες ξεπηδούν μέσα από αυτό το τραγούδι....

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ
Ζούσε κάποτε στον κόσμο τον αγιάτρευτο
Ένα αγόρι ξεχασμένο κι απροστάτευτο.
Είχε ένα μικρό ταμπούρλο και το βάραγε.
Τι ψυχή βασανισμένη να 'ταν άραγε;

Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Η γειτονιά του δεν το κράταγε.
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Τους δρόμους πήρε και περπάταγε.
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Καπνός τριγύρω δε φαινότανε
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Μα κάπου πόλεμος γινότανε.




Τι τα θέλει τα βιβλία και τα γράμματα
Σ' όλους έρχονται μια μέρα τα γεράματα.
Τι τα θέλει τα παλάτια, τα μαλάματα.
Η ζωή κυλάει με δάκρυα και με κλάματα.

Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Κανένας τόπος δεν τον χώραγε
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Στις ερημιές μακριά προχώραγε.
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Ούτ' ένα φύλλο δεν κουνιότανε
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Μα κάπου πόλεμος γινότανε.

Νύχτα μέρα περπατούσε ασταμάτητα
Σε λαγκάδια φουντωμένα, δάση απάτητα.
Μα στου ποταμού την άκρη που αργοκύλαγε,
Το τσακάλι του πολέμου παραφύλαγε.

Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Με τ' άγριο νύχι του σημάδεψε
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Και μια ζωούλα ακόμα κλάδεψε.
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Τ' αγόρι λες ονειρευότανε
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Μα γύρω πόλεμος γινότανε.

Κι όταν στις κορφές απάνω μέρα χάραξε
Στη μικρή καρδιά του μέσα κάτι σπάραξε.
Έτσι πέρασε στη χώρα του αμίλητου
Και τ' αγρίμια του άλλου κόσμου γίναν φίλοι του.

Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Της γης ο κόρφος δεν τον χώρεσε
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Στον ουρανό βαθιά προχώρησε.
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Ταμπούρλο πια δεν ακουγότανε
Ταμ ταμ - ταμ ταμ
Μα πάντα πόλεμος γινότανε.

Ταμ ταμ - ταμ ταμ

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

"ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ, ΚΥΡΙΑ"

Το παρακάτω κείμενο αφιερώνεται στους δασκάλους εκείνους που δεν σταματούν να αναλώνονται, να πεθαίνουν συναισθηματικά, να αδειάζουν κυριολεκτικά όλο το μέσα τους για χάρη των μαθητών τους. Σ΄ αυτούς που δεν υπολογίζουν κόπους ούτε και λογαριάζουν αν ο μισθός είναι λίγος και δε φτάνει, που δεν δειλιάζουν ούτε φοβούνται να εκτεθούν. Μην τους ψάχνετε σε μουσεία, βρίσκονται ανάμεσά σας ...
"Από το δικό μου, κυρία!"
Υπέρ αναμνήσεως μιας υπέροχης δασκάλας!
(της Λότης Πέτροβιτς)

"..... Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. 'Ηταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά. Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή. «Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα μου;» λαχτάρισε η μάνα μου. «Αν σου χυνόταν στο δρόμο;» «Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω καθόλου», δήλωσα ορθά κοφτά. «Το ίδιο κι εγώ», φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου. Κι έτσι γινόταν από κείνη τη μέρα σε κάθε συσσίτιο που κουβαλούσαμε οι δυο μας από το σχολείο. Η σούπα ερχόταν τακτικά, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.

'Ωσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. "Γλυκόζη" το είπαν. Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους. ΄Ενα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του – ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Τι συμβαίνει παιδί μου;» ανησύχησε η μαμά. Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια. Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά να μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα.

Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν με της τάξης του τα παιδιά. «Σκαρώνουμε κάτι;» άκουσε έναν από τους συμμαθητές του– “πειραχτήρης” ήταν το παρατσούκλι του - να ψιθυρίζει στον διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε "ναι". Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ' αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. 'Υστερα τ' αγόρια. Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. 'Οταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά σειρά, έλεγε «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα. Το «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι. «Μα τι κάνει η κυρία εκεί;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα. «Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη», χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης, «για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε!» Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Βλέπανε τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι… Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της... 'Υστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα. «Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ' όνομα του Θεού!», είπε ξέπνοα. «Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Είν’ αμαρτία!» Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε...

Μαζευτήκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτα να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί «από το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να πάρετε λίγο!»
Ούτ’ ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε... "

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Ο καιρός της σοκολάτας")